14189/05

WyrokETPCz2007-05-03ECLI:CE:ECHR:2007:0503JUD001418905

Analiza orzeczenia

Sekcja wygenerowana przez AI na podstawie treści orzeczenia — nie stanowi cytatu.

Zagadnienie prawne
Czy przewlekłość postępowania karnego naruszyła prawo do rozpoznania sprawy w rozsądnym terminie z art. 6 ust. 1 Konwencji?
Ratio decidendi
Trybunał przypomniał, że rozsądny charakter długości postępowania ocenia się w zależności od okoliczności sprawy, biorąc pod uwagę kryteria takie jak złożoność sprawy, zachowanie skarżącego oraz zachowanie i odpowiedzialność właściwych władz. Stwierdzono, że w niniejszej sprawie, trwającej ponad dziesięć lat w dwóch instancjach, rząd nie przedstawił żadnych faktów ani argumentów, które pozwoliłyby na odmienne wnioski. Trybunał uznał, że długość postępowania była nadmierna i nie spełniała wymogu „rozsądnego terminu”, co doprowadziło do naruszenia art. 6 ust. 1 Konwencji.
Stan faktyczny
Skarżący, Georgios Karanakis, był tymczasowo aresztowany od 27 kwietnia do 3 sierpnia 1994 roku pod zarzutem zabójstwa żony. 1 października 1997 roku Κακουργιοδικείο Ρεθύμνου (Sąd Karny w Rethymno) uniewinnił go, ale prokurator złożył apelację. 23 września 2004 roku Εφετείο Κρήτης (Sąd Apelacyjny Krety) również uniewinnił skarżącego. Całe postępowanie trwało dziesięć lat, cztery miesiące i dwadzieścia osiem dni.
Rozstrzygnięcie
Uznaje skargę za dopuszczalną. Stwierdza naruszenie art. 6 ust. 1 Konwencji. Zasądza na rzecz skarżącego 12 000 euro tytułem zadośćuczynienia za szkodę niemajątkową, powiększone o wszelkie należne podatki. Odrzuca pozostałą część żądania słusznego zadośćuczynienia.

Pełny tekst orzeczenia

Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS     ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ   ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ     ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ   ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΡΑΝΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Προσφυγή υπ’ αριθ. 14189/05)   ΑΠΟΦΑΣΗ     ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 3 Μαΐου 2007     Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική υπό τις οριζόμενες στο άρθρο 44 παρ. 2 της Συμβάσεως προϋποθέσεις. Ενδέχεται να τύχει βελτιώσεων ως προς τη μορφή.      Στην υπόθεση Καρανάκη κατά της Ελλάδος    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζον σε τμήμα συντιθέμενο από τους δικαστές : Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ, Πρόεδρο, Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ, N. VAJIĆ, - 2 - A. KOVLER, E. STEINER, D. SPIELMANN, G. MALINVERNI, και τον Γραμματέα του Τμήματος, S. NIELSEN. Αφού διασκέφτηκε σε συμβούλιο στις 5 Απριλίου 2007.    Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε κατά την ως άνω ημερομηνία : ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ    1.  Η υπόθεση εισήχθη δυνάμει της (υπ’ αριθ. 14189/05) προσφυγής, την οποία κατέθεσε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ο Έλληνας υπήκοος Γεώργιος Καρανάκης («ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 2005 δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).    2.  Ο προσφεύγων εκπροσωπείται από τη Δικηγόρο Αθηνών Μ. Καρανάκη. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από την εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπο του πληρεξουσίου της, Γ. Σκιάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.    3.  Στις 13 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο απεφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Δυνάμει του άρθρου 29 παρ. 3 της Συμβάσεως, το Δικαστήριο απεφάσισε να αποφανθεί ταυτοχρόνως επί του παραδεκτού και της ουσίας. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ  4. Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1947 και διαμένει στην Κρήτη.  5. Από 27 Απριλίου έως 3 Αυγούστου 1994, ο προσφεύγων κρατήθηκε προσωρινά, κατηγορούμενος για τη δολοφονία της συζύγου του. Στη συνέχεια, ετέθη υπό δικαστικό έλεγχο.  6. Την 1η Οκτωβρίου 1997, το Κακουργιοδικείο Ρεθύμνου αθώωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση 25-26-31/1997). Στις 9 Οκτωβρίου 1997, ο εισαγγελέας κατέθεσε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής.  7. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, το Εφετείο Κρήτης αθώωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση 69-70/2004). Η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και   - 3 - καταχωρήθηκε στο τηρούμενο από το δικαστήριο βιβλίο των οριστικών και τελεσίδικων αποφάσεων, στις 11 Ιανουαρίου 2005.  ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ   Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΠΑΡ. 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ 8. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, λόγω της διάρκειας της διαδικασίας, παραβιάσθηκε η αρχή της «ευλόγου προθεσμίας», όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Συμβάσεως, το οποίο ορίζει ότι :  «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί (...) εντός ευλόγου προθεσμίας από (...) δικαστήριο, το οποίο (...) θα αποφασίσει (...) επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. » 9. Η Κυβέρνηση αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό, επικαλούμενη, ειδικότερα, την πολυπλοκότητα της υποθέσεως.  10. Η περίοδος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 27 Απριλίου 1994, ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων ετέθη σε προσωρινή κράτηση, και έληξε στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, ημερομηνία εκδόσεως της αθωωτικής για τον προσφεύγοντα αποφάσεως 69-70/2004 του Εφετείου Κρήτης. Διήρκεσε, επομένως, δέκα έτη, τέσσερις μήνες και είκοσι οκτώ ημέρες για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.  Α. Επί του παραδεκτού  11. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 3 της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο επισημαίνει εξ άλλου ότι η εν λόγω προσφυγή δεν προσκρούει σε κάποιον άλλον λόγο απαραδέκτου. Αρμόζει, επομένως, να γίνει δεκτή.  Β. Επί της ουσίας 12. Το Δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της υποθέσεως και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υποθέσεως, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και της συμπεριφοράς και ευθύνης των αρμοδίων αρχών (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Pélissier και Sassi κατά της Γαλλίας [GC], nο 25444/94, παρ. 67, ΕΔΔΑ 1999-II).  13. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη εκδικάσει υποθέσεις παρόμοιες   - 4 - με την παρούσα υπόθεση και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως (βλ. Pélissier και Sassi, προαναφερθείσα). 14. Αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία τα οποία του υπεβλήθησαν, το Δικαστήριο φρονεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κάποιο περιστατικό ή επιχείρημα το οποίο θα του επέτρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην προκειμένη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του, το Δικαστήριο εκτιμά ότι στην παρούσα υπόθεση η διάρκεια της επίμαχης διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην περί «ευλόγου προθεσμίας» επιταγή.    Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1. ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ    15. Το άρθρο 41 της Συμβάσεως ορίζει ότι:    «Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως ή των Πρωτοκόλλων αυτής, και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους δεν επιτρέπει ειμή την ατελή επανόρθωση των συνεπειών της παραβιάσεως αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εν ανάγκη, στο αδικηθέν μέρος δικαία ικανοποίηση.»    Α. Ζημία 16. Ο προσφεύγων ζητά 50.000 ευρώ για την ηθική ζημία την οποία, όπως ισχυρίζεται, υπέστη.  17. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι και μόνον η διαπίστωση παραβιάσεως θα αποτελούσε επαρκή δικαία ικανοποίηση. Επικουρικώς, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι το ποσό το οποίο ήθελε επιδικασθεί, δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 2.000 ευρώ.  18. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο προσφεύγων υπέστη βεβαία ηθική ζημία. Αποφαινόμενο κατά δικαία κρίση, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα 12.000 ευρώ για την αιτία αυτή, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος.    Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη  19. Ο προσφεύγων δεν ζητά κάποιο ποσό για έξοδα και δικαστική δαπάνη. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος επιδικάσεως ποσού για την αιτία αυτή.    Γ. Τόκοι υπερημερίας    20.  Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας βάσει του επιτοκίου της διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόμενου κατά τρεις ποσοστιαίες   - 5 - μονάδες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΩΣ, 1. Κάνει δεκτή την προσφυγή ως παραδεκτή. 2.  Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως. 3. Κρίνει ότι    α) το διάδικο Κράτος υποχρεούται να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 της Συμβάσεως, 12.000 ευρώ (δώδεκα χιλιάδες ευρώ) για ηθική ζημία, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος,    β) από της εκπνοής της προθεσμίας αυτής και μέχρι της καταβολής του, το ποσό αυτό θα προσαυξάνεται με απλό τόκο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο της διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες. 4.  Απορρίπτει το αίτημα περί δικαίας ικανοποιήσεως κατά τα λοιπά. Συντάχθηκε  στη  Γαλλική  γλώσσα,  εν  συνεχεία  κοινοποιήθηκε Εγγράφως στις 3 Μαΐου 2007 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 παρ. 2 και 3 του Κανονισμού Διαδικασίας. - υπογραφή -      - υπογραφή - Søren NIELSEN /     Λουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ Γραμματέας      Πρόεδρος

© Rada Europy / Europejski Trybunał Praw Człowieka, źródło: HUDOC (hudoc.echr.coe.int), pozyskano 13.07.2026. · Źródło