22868/02
WyrokETPCz2005-10-13ECLI:CE:ECHR:2005:1013JUD002286802
Analiza orzeczenia
Sekcja wygenerowana przez AI na podstawie treści orzeczenia — nie stanowi cytatu.
Zagadnienie prawne
Czy przewlekłość postępowania karnego naruszyła prawo do rozpoznania sprawy w rozsądnym terminie z art. 6 ust. 1 Konwencji?Ratio decidendi
Trybunał uznał, że długość postępowania karnego, które trwało ponad pięć lat i nadal było w toku na etapie apelacji, była nadmierna i nie spełniała wymogu „rozsądnego terminu” przewidzianego w art. 6 ust. 1 Konwencji. Trybunał zastosował ustalone kryteria oceny rozsądnego terminu, takie jak złożoność sprawy, zachowanie skarżącego i władz krajowych, stwierdzając, że Rząd nie przedstawił żadnych argumentów uzasadniających tak długi czas trwania postępowania.Stan faktyczny
Skarżący, Dimitrios Savvas, został skazany zaocznie we Francji w 1993 r. za handel narkotykami. W czerwcu 2000 r. został aresztowany w Grecji w związku z tymi samymi zarzutami i osadzony w areszcie tymczasowym. We wrześniu 2001 r. sąd karny w Atenach skazał go na karę pozbawienia wolności. Skarżący wniósł apelację, a postępowanie odwoławcze było w toku w momencie wydania wyroku ETPCz, z rozprawą wyznaczoną na marzec 2006 r.Rozstrzygnięcie
Stwierdza naruszenie art. 6 § 1 Konwencji.Pełny tekst orzeczenia
Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΑΒΒΑ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 22868/02)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
13 Οκτωβρίου 2005
Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.
Στην υπόθεση Σάββα κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε δικαστικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους:
Κύριο Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ, πρόεδρο,
Κύριο Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ,
Κυρία F. TULKENS,
Κυρία Ν. VAJIC
Κύριο Κ. HAJIYEV,
Κύριο D. SPIELMANN,
Κύριο S.E. JEBENS, δικαστές,
και τον κύριο S. NIELSEN, γραμματέα τμήματος.
Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2005,
Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 22868/02) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, ένας υπήκοος της οποίας, ο κύριος Δημήτριος Σάββας («ο προσφεύγων»), προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29 Μαΐου 2002 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Μ. Απέσσο, σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κύριο Ι. Μπακόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ειδικότερα, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, για την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που ανοίχθηκε σε βάρος του.
4. Η προσφυγή ανατέθηκε στο πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου (άρθρο 52 § 1 του κανονισμού). Μέσα σε αυτό, το συμβούλιο που ανέλαβε να εξετάσει την υπόθεση (άρθρο 27 § 1 της Σύμβασης) συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 26 § 1 του κανονισμού.
5. Την 1η Νοεμβρίου 2004, το Δικαστήριο τροποποίησε την σύνθεση των τμημάτων του (άρθρο 25 § 1 του κανονισμού). Η παρούσα προσφυγή ανατέθηκε στο πρώτο τμήμα, όπως αυτό ανασχηματίσθηκε (άρθρο 52 § 1).
6. Με απόφαση της 9 Δεκεμβρίου 2004, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
7. Το 1992, ο προσφεύγων απετέλεσε στην Γαλλία το αντικείμενο μιας ποινικής διαδικασίας για λαθρεμπορία και εμπορία ναρκωτικών που είχε αγοράσει στο Μαρόκο. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1993, καταδικάστηκε ερήμην από το Πλημμελειοδικείο του Montpellier σε τρία χρόνια φυλάκιση. Όντας φυγόποινος, ο προσφεύγων δεν εξέτισε την ποινή του.
8. Στις 11 Ιουνίου 2000, ο προσφεύγων, ο οποίος καταζητείτο επίσης από την ελληνική αστυνομία για τις ίδιες πράξεις, συνελήφθη στην Ελλάδα και τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση εν αναμονή της δίκης του. Η συζήτηση ενώπιον του Κακουργοδικείου Αθηνών ορίστηκε για τις 4 Μαΐου 2001, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε εξαιτίας της απεργίας των δικηγόρων του συλλόγου.
9. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2001, το Κακουργοδικείο καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ποινή φυλάκισης δέκα ετών, οκτώ μηνών και είκοσι δύο ημερών για εμπορία ναρκωτικών (απόφαση αριθ. 1982/2001). Ο προσφεύγων, παρών στην συζήτηση και εκπροσωπούμενος από δικηγόρο, διέθετε προθεσμία δέκα ημερών για να ασκήσει έφεση (άρθρο 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας). Άσκησε το ένδικο μέσο αυτό σε ημερομηνία που δεν διευκρινίζεται. Η συζήτηση ενώπιον του Εφετείου ορίστηκε για τις 20 Μαρτίου 2006. Οι διάδικοι δεν ενημέρωσαν το Δικαστήριο σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις της διαδικασίας αυτής.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
10. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραγνώρισε την «λογική προθεσμία» όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί του βασίμου πάσης εναντίον κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
11. Η Κυβέρνηση αμφισβητεί την θέση αυτή.
Α. Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
12. Η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 11 Ιουνίου 2000, με την σύλληψη του προσφεύγοντος, και δεν έχει περατωθεί ακόμη, αφού η διαδικασία εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου. Έχει επομένως διαρκέσει περισσότερο από πέντε χρόνια για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Β. Εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας
13. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του, και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Pélissier et Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-VII).
14. Το Δικαστήριο έχει χειριστεί πολλές φορές υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα παρόμοια με εκείνα της προκείμενης υπόθεσης και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Pélissier et Sassi).
15. Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κανένα γεγονός ή επιχείρημα που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα περίπτωση. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του πάνω στο ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
16. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
17. Ο προσφεύγων δεν παρουσίασε κανένα αίτημα δίκαιης αποζημίωσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος να του επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 13 Οκτωβρίου 2005 κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή) (υπογραφή)
Søren NIELSEN Λουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ
Γραμματέας Πρόεδρος
© Rada Europy / Europejski Trybunał Praw Człowieka, źródło: HUDOC (hudoc.echr.coe.int), pozyskano 13.07.2026. · Źródło