25536/04

WyrokETPCz2006-05-04ECLI:CE:ECHR:2006:0504JUD002553604

Analiza orzeczenia

Sekcja wygenerowana przez AI na podstawie treści orzeczenia — nie stanowi cytatu.

Zagadnienie prawne
Czy przewlekłość postępowania sądowego w sprawie cywilnej naruszyła prawo do rozpoznania sprawy w rozsądnym terminie z art. 6 ust. 1 Konwencji oraz czy brak skutecznego środka odwoławczego w prawie krajowym w celu zaskarżenia przewlekłości postępowania naruszył art. 13 Konwencji?
Ratio decidendi
Trybunał uznał, że postępowanie sądowe, które trwało ponad dziewięć lat przez trzy instancje, było nadmiernie długie i naruszyło art. 6 § 1 Konwencji, zwłaszcza biorąc pod uwagę, że opóźnienia wynikały częściowo z zaniedbań instytucji państwowej (IKA). Trybunał odrzucił argument rządu, że postępowanie zakończyło się wcześniej, podkreślając, że wycofanie kasacji przez IKA nie zmienia faktu, że sprawa była w toku przed Sądem Najwyższym. Ponadto, Trybunał potwierdził swoje wcześniejsze orzecznictwo, stwierdzając, że grecki system prawny nie oferuje skutecznego środka odwoławczego w przypadku przewlekłości postępowania, co stanowi naruszenie art. 13 Konwencji.
Stan faktyczny
Skarżąca, Vasiliki-Anna Mantzila, emerytka, złożyła 11 listopada 1994 roku pozew przeciwko IKA (Zakładowi Ubezpieczeń Społecznych) do Sądu Administracyjnego Pierwszej Instancji w Atenach, domagając się odszkodowania za błędne obliczenie jej emerytury. Sprawa przeszła przez trzy instancje sądowe, a postępowanie zakończyło się 12 stycznia 2004 roku decyzją Rady Stanu. Całkowity czas trwania postępowania wyniósł dziewięć lat, dwa miesiące i jeden dzień.
Rozstrzygnięcie
Trybunał jednogłośnie: 1. Uznaje skargę za dopuszczalną. 2. Stwierdza naruszenie art. 6 § 1 Konwencji. 3. Stwierdza naruszenie art. 13 Konwencji. 4. Zasądza na rzecz skarżącej 6 000 euro tytułem zadośćuczynienia za szkodę niemajątkową, powiększone o wszelkie należne podatki, wraz z odsetkami ustawowymi. 5. Oddala pozostałe żądania zadośćuczynienia.

Pełny tekst orzeczenia

Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS   ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ   ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ   ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ       ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΑΝΤΖΙΛΑ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ   (Προσφυγή αριθ. 25536/04)     ΑΠΟΦΑΣΗ   ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 4 Μαΐου 2006   Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.   Στην υπόθεση Μαντζίλα κατά Ελλάδας,  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα με την ακόλουθη σύνθεση:  Κύριο Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ, πρόεδρο,  Κύριο Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ,  Κυρία Ν. VAJIC,  Κύριο Α. KOVLER,  Κυρία E.STEINER, Κύριο K. HAJIYEV, Κύριο S.E. JEBENS, δικαστές, και τον κύριο S. NIELSEN, γραμματέα τμήματος.  Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 11 Απριλίου 2006,  Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ  1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 25536/04) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, μία υπήκοος της οποίας, η κυρία Βασιλική-Άννα Μαντζίλα («η προσφεύγουσα»), προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 24 Ιουνίου 2004 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).  2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τους κυρίους Ι. Κτιστάκη και Δ. Γιαννόπουλο, δικηγόρους των συλλόγων της Θήβας και της Αθήνας αντίστοιχα. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Β. Κυριαζόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κύριο Ι. Μπακόπουλο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.  3. Στις 26 Μαΐου 2005, το Δικαστήριο αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Επικαλούμενο το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφάσισε ότι θα αποφανθεί ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας.   ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ  4. Η προσφεύγουσα έχει γεννηθεί το 1935 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι συνταξιούχος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής «ΙΚΑ»).  5. Στις 11 Νοεμβρίου 1994, η προσφεύγουσα κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών μία αγωγή κατά του ΙΚΑ με την οποία ζητούσε την καταδίκη του τελευταίου στην καταβολή αποζημίωσης διότι υπολόγισε εσφαλμένα το ποσό που αναλογούσε στην εξαγορά των ημερών εργασίας της σε έναν άλλο φορέα. Η συζήτηση έλαβε χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 1996.  6. Στις 30 Απριλίου 1996, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της (απόφαση αριθ. 5950/1996). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 30 Οκτωβρίου 1996. Στις 14 Νοεμβρίου 1996, η προσφεύγουσα άσκησε έφεση. Η συζήτηση ορίστηκε αρχικά για τις 14 Σεπτεμβρίου 1998 και στη συνέχεια αναβλήθηκε δύο φορές για τον λόγο ότι το ΙΚΑ είχε παραλείψει να προσκομίσει σημαντικά έγγραφα για την εξέταση της προσφυγής.  7. Στις 26 Ιουλίου 2000, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση και έκανε δεκτή την αίτηση της προσφεύγουσας (απόφαση αριθ. 3340/2000). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στους διάδικους τον Μάρτιο του 2001. Στις 16 Μαΐου 2001, το ΙΚΑ άσκησε αίτηση αναίρεσης. Στις 17 Οκτωβρίου 2003, το ΙΚΑ παραιτήθηκε από την προσφυγή του.  8. Στις 12 Ιανουαρίου 2004, το Συμβούλιο της Επικρατείας κήρυξε την κατάργηση της διαδικασίας (απόφαση αριθ. 23/2004).   ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ  9. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραγνώρισε την αρχή της «λογικής προθεσμίας», όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:   «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας, υπό δικαστηρίου (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»    Α. Επί του παραδεκτού  10. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.    Β. Επί της ουσίας   1. Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη 11. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας η υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν θα πρέπει εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη αφού το ΙΚΑ παραιτήθηκε από την αίτηση ακύρωσης. Κατά την Κυβέρνηση, η επίδικη διαδικασία περατώθηκε επομένως στις 26 Ιουλίου 2000, με την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. 12. Η προσφεύγουσα αντικρούει τη θέση αυτή. 13. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από το επιχείρημα της Κυβέρνησης βάσει του οποίου η επίδικη διαδικασία περατώθηκε με την απόφαση αριθ. 3340/2000 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η παραδοχή αυτής της θέσης θα ισοδυναμούσε με υποκατάσταση του ρόλου του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει για την έκβαση της διαδικασίας που εισήγαγε ενώπιόν του το ΙΚΑ (βλέπε, mutatis mutandis, Μικρός κατά Ελλάδας, αριθ. 34358/02, § 13, 10 Φεβρουαρίου 2005). 14. Το Δικαστήριο σημειώνει επομένως ότι η διαδικασία άρχισε στις 11 Νοεμβρίου 1994, με την κατάθεση της αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Αθηνών και περατώθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2004, με την απόφαση αριθ. 23/2004 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Διήρκεσε επομένως εννέα χρόνια, δύο μήνες και μία ημέρα για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.   2. Εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας 15. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας δεν ήταν υπερβολική και ότι τα επιληφθέντα δικαστήρια αποφάνθηκαν μέσα σε λογικές προθεσμίες. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συζήτηση αναβλήθηκε δύο φορές για τον λόγο ότι το ΙΚΑ παρέλειψε να προσκομίσει σημαντικά έγγραφα για την εξέταση της προσφυγής. 16. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαδικασία είχε υπερβολική διαδικασία και ότι καμία αναβολή δεν μπορεί να καταλογιστεί σε εκείνη.  17. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του, και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών, καθώς και του αντικειμένου της διαφοράς για τους ενδιαφερόμενους (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 30979/96, § 43, CEDH 2000-VII).  18. Το Δικαστήριο έχει χειριστεί πολλές φορές υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα παρόμοια με εκείνα της προκείμενης υπόθεσης και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση Frydlender).  19. Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κανένα γεγονός ή επιχείρημα που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα περίπτωση. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι παρόλο που το ΙΚΑ παρέλειψε να προσκομίσει σημαντικά έγγραφα για την εξέταση της έφεσής του, αυτή η αμέλεια δεν μπορεί να δικαιολογήσει την συνολική διάρκεια της διαδικασίας. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του πάνω στο ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».  Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.   ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ  20. Η προσφεύγουσα παραπονείται επίσης διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένα δικαστήριο στο οποίο να μπορεί κανείς να απευθυνθεί για να παραπονεθεί για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:   «Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»    21. Η Κυβέρνηση, θεωρώντας ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω υπέρβαση της λογικής προθεσμίας, αντικρούει τη θέση αυτή.   Α. Επί του παραδεκτού  22. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει εξάλλου ότι αυτή δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.    Β. Επί της ουσίας  23. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται μία πραγματική προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσφυγή κατά της παραβίασης της υποχρέωσης, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 6 § 1, να εκδικάζονται οι υποθέσεις μέσα σε λογική προθεσμία (βλέπε Kudla κατά Πολωνίας [GC], no. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).  24. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσφέρει στους ενδιαφερόμενους μία πραγματική προσφυγή με την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να προβάλουν τις αιτιάσεις τους κατά της διάρκειας μιας διαδικασίας (Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδας, no. 53401/99, §§ 29-30, 10 Απριλίου 2003). Το Δικαστήριο δεν διακρίνει εν προκειμένω κανένα λόγο για να παρακάμψει την νομολογία αυτή, πολύ περισσότερο αφού η Κυβέρνηση δεν βεβαιώνει ότι η ελληνική έννομη τάξη έχει αποκτήσει εν τω μεταξύ μία τέτοια προσφυγή.  25. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης λόγω της απουσίας στο εθνικό δίκαιο μιας προσφυγής που θα επέτρεπε στον προσφεύγοντα να επιτύχει την κύρωση του δικαιώματός του να δικαστεί η υπόθεσή του μέσα σε λογική προθεσμία, με την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.   ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ  26. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,   «Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»    Α. Ζημία  27. Η προσφεύγουσα αξιώνει 20.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστηρίζει ότι υπέστη. 28. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αιτούμενο ποσό είναι υπέρογκο. 29. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφεύγουσα υπέστη μία βέβαιη ηθική βλάβη. Αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση, σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης, της επιδικάζει 6.000 ευρώ για την αιτία αυτή, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο.    Β. Εξοδα και δικαστική δαπάνη  30. Η προσφεύγουσα ζητεί επίσης 500 ευρώ για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου. Δεν προσκομίζει κανένα τιμολόγιο ή απόδειξη αμοιβής.  31. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις της προσφεύγουσας είναι υπερβολικές και μη αιτιολογημένες. 32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στη βάση του άρθρου 41 προϋποθέτει την απόδειξη της πραγματικότητας και της αναγκαιότητάς τους και, επιπλέον, του εύλογου χαρακτήρα του ύψους τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], no. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI). 33. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι αξιώσεις της προσφεύγουσας δεν συνοδεύονται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά ώστε να υπολογιστούν με ακρίβεια. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημά της.    Γ. Τόκοι υπερημερίας 34. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,   1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή.   2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.   3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.   4. Αποφαίνεται ότι α) το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 6.000 (έξι χιλιάδες) ευρώ για ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο, β) από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.   5. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.   Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 4 Μαΐου 2006 κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού. (υπογραφή)      (υπογραφή) Søren NIELSEN     Λουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ Γραμματέας      Πρόεδρος

© Rada Europy / Europejski Trybunał Praw Człowieka, źródło: HUDOC (hudoc.echr.coe.int), pozyskano 12.07.2026. · Źródło