28749/04
WyrokETPCz2006-11-30ECLI:CE:ECHR:2006:1130JUD002874904
Analiza orzeczenia
Sekcja wygenerowana przez AI na podstawie treści orzeczenia — nie stanowi cytatu.
Zagadnienie prawne
Czy przewlekłość postępowania administracyjnego dotyczącego zwiększenia świadczenia emerytalnego naruszyła prawo do rozpoznania sprawy w rozsądnym terminie z art. 6 ust. 1 Konwencji? Czy w prawie krajowym istniał skuteczny środek odwoławczy w odniesieniu do skarg na nadmierną długość postępowania, zgodnie z art. 13 Konwencji?Ratio decidendi
Trybunał, oceniając rozsądny charakter długości postępowania zgodnie z art. 6 ust. 1, wziął pod uwagę złożoność sprawy, zachowanie skarżącego oraz władz krajowych. Stwierdził, że postępowanie trwające ponad pięć lat i dziesięć miesięcy w dwóch instancjach było nadmiernie długie. W odniesieniu do art. 13, Trybunał potwierdził swoją wcześniejszą linię orzeczniczą, zgodnie z którą grecki system prawny nie oferował skutecznego środka odwoławczego dla osób skarżących się na przewlekłość postępowania, co stanowiło naruszenie prawa do skutecznego środka prawnego.Stan faktyczny
Skarżący, emerytowany pracownik greckich kolei, złożył 22 grudnia 1997 r. wniosek do Administracyjnego Sądu Pierwszej Instancji w Atenach o zwiększenie jednorazowego świadczenia emerytalnego. Sąd ten odrzucił jego wniosek 31 marca 1999 r. Skarżący odwołał się 13 października 1999 r. Administracyjny Sąd Apelacyjny w Atenach rozpoznał sprawę 24 września 2003 r. i częściowo uwzględnił odwołanie 30 października 2003 r. Decyzja ta została sfinalizowana 17 lutego 2004 r.Rozstrzygnięcie
Trybunał uznaje skargę za dopuszczalną. Stwierdza naruszenie art. 6 § 1 Konwencji. Stwierdza naruszenie art. 13 Konwencji. Zobowiązuje państwo pozwane do zapłaty skarżącemu 4 000 EUR za szkodę niemajątkową oraz 1 500 EUR za koszty i wydatki, powiększone o wszelkie należne podatki. Oddala pozostałą część żądania słusznego zadośćuczynienia.Pełny tekst orzeczenia
Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΥ
ΚΑΤΑ
ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
(Προσφυγή υπ’ αριθ. 28749/04)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
30 Νοεμβρίου 2006
Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική
υπό τις οριζόμενες στο άρθρο 44 § 2 της Συμβάσεως προϋποθέσεις.
Ενδέχεται να τύχει βελτιώσεων ως προς τη μορφή.
Στην υπόθεση ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΥ κατά της Ελλάδος
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζον σε τμήμα συντιθέμενο από τους δικαστές :
Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ, Πρόεδρο,
- 2 -
Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ,
F. TULKENS,
N. VAJIĆ,
A. KOVLER,
E. STEINER,
K. HAJIYEV,
και τον Γραμματέα του Τμήματος, S. NIELSEN.
Αφού διασκέφτηκε σε συμβούλιο στις 9 Νοεμβρίου 2006.
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε κατά την ως άνω ημερομηνία :
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση εισήχθη δυνάμει της (υπ’ αριθ. 28749/04) προσφυγής, την οποία κατέθεσε κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ο Έλληνας υπήκοος Διακουμής Διακουμάκος («ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 27 Ιουλίου 2004 δυνάμει του άρθρου 34 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Ο προσφεύγων εκπροσωπείται από τον Δικηγόρο Θηβών Ι. ΚΤΙΣΤΑΚΙ και από τον Δικηγόρο Αθηνών Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους του πληρεξουσίου της, Ι. ΧΑΛΚΙΑ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και Ο. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Δικαστική Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
3. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, το Δικαστήριο απεφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση, και, δυνάμει του άρθρου 29 § 3 της Συμβάσεως, να αποφανθεί ταυτοχρόνως επί του παραδεκτού και της ουσίας.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
- 3 -
4. Στις 22 Δεκεμβρίου 1997, ο προσφεύγων, συνταξιούχος του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος, κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση κατά του Ταμείου Προνοίας Σιδηροδρόμων Ελλάδος, με την οποία ζητούσε την αύξηση του εφάπαξ το οποίο του είχε χορηγηθεί.
5. Στις 31 Μαρτίου 1999, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος (απόφαση 3215/1999).
6. Στις 13 Οκτωβρίου 1999, ο προσφεύγων εφεσίβαλε την απόφαση αυτή.
7. Η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 24 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 30 Οκτωβρίου 2003, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση του προσφεύγοντος (απόφαση 4244/2003). Η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2004.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
8. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι λόγω της διάρκειας της διαδικασίας παραβιάσθηκε η αρχή της «εύλογης προθεσμίας», όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως, το οποίο ορίζει ότι :
«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί (...) εντός ευλόγου προθεσμίας από (...) δικαστήριο, το οποίο (...) θα αποφασίσει (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»
- 4 -
9. Η Κυβέρνηση αντικρούει τους ισχυρισμούς αυτούς και υποστηρίζει ότι τόσο το Διοικητικό Πρωτοδικείο όσο και το Διοικητικό Εφετείο απεφάνθησαν εντός ευλόγων προθεσμιών. Προσθέτει δε ότι ο προσφεύγων δεν επεδίωξε την επίσπευση της διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, γεγονός το οποίο συνέβαλε στην επιμήκυνσή της.
10. Η χρονική περίοδος η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη, άρχισε στις 22 Δεκεμβρίου 1997, ημερομηνία κατά την οποία το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών επελήφθη της υποθέσεως, και έληξε στις 30 Οκτωβρίου 2003, με την απόφαση 4244/2003 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Διήρκεσε, επομένως, πέντε έτη και πλέον των δέκα μηνών για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Α. Επί του παραδεκτού
11. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι
προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Συμβάσεως. Επισημαίνει, περαιτέρω, ότι η εν λόγω αιτίαση δεν προσκρούει σε κάποιον άλλο λόγο απαραδέκτου. Αρμόζει, επομένως, να γίνει δεκτή.
Β. Επί της ουσίας
12. Το Δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της υποθέσεως και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων, τα οποία έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υποθέσεως, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και της συμπεριφοράς και ευθύνης των αρμοδίων αρχών, ως και των συνεπειών της διαφοράς για τους ενδιαφερομένους (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά της Γαλλίας [GC], nο 30979/96, § 43, CEDH 2000-VII).
13. Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη εκδικάσει υποθέσεις παρόμοιες με την παρούσα υπόθεση και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του
- 5 -
άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως (βλ. Αθανασιάδης κ.λ.π. κατά της Ελλάδος, nο 34339/02, της 28ης Απριλίου 2005, και Μανιός κατά της Ελλάδος, nο 70626/01, § 28, της 11ης Μαρτίου 2004).
14. Αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία τα οποία του υπεβλήθησαν, το Δικαστήριο φρονεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κάποιο περιστατικό ή επιχείρημα το οποίο θα του επέτρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην προκειμένη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του, το Δικαστήριο εκτιμά ότι στην παρούσα υπόθεση η διάρκεια της επίμαχης διαδικασίας είναι υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην περί «ευλόγου προθεσμίας» επιταγή.
Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΙΤΙΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
15. Ο προσφεύγων παραπονείται, επίσης, ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει δικαστήριο ενώπιον του οποίου να δύναται κάποιος να προσφύγει προκειμένου να παραπονεθεί για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Επικαλείται το άρθρο 13 της Συμβάσεως, το οποίο έχει ως εξής :
«Κάθε πρόσωπο του οποίου τα αναγνωριζόμενα στη (...) Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες παραβιάσθηκαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίαση διεπράχθη από πρόσωπα ενεργούντα εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων τους.»
16. Η Κυβέρνηση φρονεί ότι δεν υπήρξε υπέρβαση της ευλόγου προθεσμίας, και, επομένως, αμφισβητεί την άποψη αυτή.
Α. Επί του παραδεκτού
17. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο επισημαίνει εξ άλλου ότι η εν λόγω αιτίαση δεν προσκρούει σε
- 6 -
κάποιον άλλον λόγο απαραδέκτου. Αρμόζει, επομένως, να γίνει δεκτή.
Β. Επί της ουσίας
18. Το Δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι το άρθρο 13 εγγυάται πραγματική προσφυγή ενώπιον εθνικής αρχής, η οποία επιτρέπει τη διατύπωση παραπόνων όσον αφορά τη μη εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 6 § 1 υποχρεώσεως προς εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου προθεσμίας (βλ. Kudla κατά της Πολωνίας [GC], nο 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).
19. Εξ άλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσέφερε στους ενδιαφερόμενους πραγματική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 13 της Συμβάσεως, η
οποία θα τους επέτρεπε να διατυπώσουν παράπονα όσον αφορά τη διάρκεια μιας διαδικασίας (Κόντη-Αρβανίτη κατά της Ελλάδος, nο 53401/99, §§ 29-30, της 10ης Απριλίου 2003 και Αγγελόπουλος κατά της Ελλάδος, nο 43848/02, §§ 21-25, της 9ης Ιουνίου 2005). Το Δικαστήριο δεν διακρίνει στην παρούσα περίπτωση οιονδήποτε λόγο ο οποίος θα επέτρεπε να αποκλίνει της νομολογίας αυτής, πολλώ μάλλον όταν η Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει ότι στην ελληνική έννομη τάξη συμπεριελήφθη εντωμεταξύ παρόμοιο ένδικο μέσο.
20. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Συμβάσεως λόγω της απουσίας από το εσωτερικό δίκαιο ενός ενδίκου μέσου το οποίο θα είχε επιτρέψει στον προσφεύγοντα να επιτύχει την κατοχύρωση του δικαιώματός του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του εντός ευλόγου προθεσμίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ
21. Το άρθρο 41 της Συμβάσεως ορίζει ότι:
- 7 -
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Συμβάσεως ή των Πρωτοκόλλων αυτής, και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους δεν επιτρέπει ειμή την ατελή επανόρθωση των
συνεπειών της παραβιάσεως αυτής, το Δικαστήριο χορηγεί, εν ανάγκη, στο αδικηθέν μέρος δικαία ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
22. Ο προσφεύγων ζητά 5.000 ευρώ για την ηθική βλάβη, την οποία, όπως ισχυρίζεται, υπέστη.
23. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι και μόνον η διαπίστωση παραβιάσεως θα συνιστούσε επαρκή δικαία ικανοποίηση.
24. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο προσφεύγων υπέστη βεβαία ηθική βλάβη. Αποφαινόμενο κατά δικαία κρίση, συμφώνως προς το άρθρο 41 της Συμβάσεως, το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα 4.000 ευρώ για τον λόγο αυτό, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
25. Ο προσφεύγων ζητά επίσης 1.500 ευρώ για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη που πραγματοποίησε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου. Προσκομίζει μία απόδειξη παροχής υπηρεσιών εκ 1.500 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στις δικηγορικές αμοιβές τις οποίες έχει ήδη καταβάλει για την εκπροσώπησή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
26. Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι αξιώσεις του προσφεύγοντος είναι αόριστες και αδικαιολόγητες. Επικουρικώς, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι το ποσό το οποίο ενδεχομένως θα επιδικασθεί για την αιτία αυτή, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 500 ευρώ.
27. Το Δικαστήριο υπομιμνήσκει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης, συμφώνως προς το άρθρο 41, προϋποθέτει ότι αποδεικνύονται πραγματικά, αναγκαία και, επίσης, εύλογα (Ιατρίδης κατά της
- 8 -
Ελλάδος [GC], nο 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI). Το Δικαστήριο επιδικάζει στον προσφεύγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
28. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει να υπολογισθούν οι τόκοι υπερημερίας βάσει του επιτοκίου της διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόμενου κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΩΣ,
1. Κάνει δεκτή την προσφυγή.
2. Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως.
Κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Συμβάσεως.
Κρίνει ότι
α) το διάδικο Κράτος υποχρεούται να καταβάλει στον προσφεύγοντα, εντός τριών μηνών από της ημερομηνίας κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί οριστική συμφώνως προς το άρθρο 44 § 2 της Συμβάσεως, 4.000 ευρώ (τέσσερις χιλιάδες ευρώ) για ηθική βλάβη και 1.500 ευρώ (χίλια πεντακόσια ευρώ) για έξοδα και δικαστική δαπάνη, συν οιοδήποτε ποσό ήθελε οφείλεται ως φόρος,
β) από της εκπνοής της προθεσμίας αυτής και μέχρι της καταβολής του, τα ποσά αυτά θα προσαυξάνονται με απλό τόκο ίσο προς το ισχύον κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα επιτόκιο της διευκολύνσεως οριακού δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει το αίτημα περί δικαίας ικανοποιήσεως κατά τα λοιπά.
- 9 -
Συντάχθηκε στη Γαλλική γλώσσα, εν συνεχεία κοινοποιήθηκε
εγγράφως στις 30 Νοεμβρίου 2006 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού.
[υπογραφή] [υπογραφή]
/ Søren NIELSEN / / Λουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ /
Γραμματέας Πρόεδρος
© Rada Europy / Europejski Trybunał Praw Człowieka, źródło: HUDOC (hudoc.echr.coe.int), pozyskano 14.07.2026. · Źródło