30293/05
WyrokETPCz2008-12-04ECLI:CE:ECHR:2008:1204JUD003029305
Analiza orzeczenia
Sekcja wygenerowana przez AI na podstawie treści orzeczenia — nie stanowi cytatu.
Zagadnienie prawne
Czy przewlekłość postępowania karnego o zniesławienie oraz brak skutecznego środka odwoławczego w prawie krajowym naruszyły prawo do rozpoznania sprawy w rozsądnym terminie z art. 6 ust. 1 Konwencji oraz prawo do skutecznego środka odwoławczego z art. 13 Konwencji?Ratio decidendi
Trybunał uznał, że okres postępowania karnego, trwający około pięciu lat i siedmiu miesięcy dla jednej instancji, był nadmierny i naruszał zasadę rozsądnego terminu z art. 6 ust. 1 Konwencji. Trybunał podkreślił, że pojęcie "oskarżenia" w rozumieniu art. 6 ust. 1 ma charakter autonomiczny i rozpoczyna się od momentu, gdy osoba jest formalnie powiadomiona o zarzucie lub gdy jej sytuacja jest znacząco dotknięta przez postępowanie, co w tym przypadku nastąpiło w momencie wezwania na przesłuchanie. Ponadto, Trybunał potwierdził swoją wcześniejszą linię orzeczniczą, stwierdzając, że w greckim porządku prawnym brak jest skutecznego środka odwoławczego, który pozwoliłby skarżącej na dochodzenie roszczeń związanych z przewlekłością postępowania, co stanowi naruszenie art. 13 Konwencji.Stan faktyczny
Skarżąca, Chrysoula Angelopoulou, była stroną postępowania karnego w Grecji, wszczętego w kwietniu 1999 r. na podstawie skargi o zniesławienie. Została wezwana na przesłuchanie w lipcu 1999 r., a akt oskarżenia sporządzono w kwietniu 2000 r. Po czterech odroczeniach, sprawa została rozpoznana w lutym 2005 r., a skarżąca została uniewinniona. Całe postępowanie trwało około pięciu lat i siedmiu miesięcy w jednej instancji.Rozstrzygnięcie
Skarga uznana za dopuszczalną. Stwierdza naruszenie art. 6 § 1 Konwencji. Stwierdza naruszenie art. 13 Konwencji. Zasądza na rzecz skarżącej 7 000 EUR tytułem szkody niemajątkowej oraz 1 500 EUR tytułem kosztów i wydatków. Oddala pozostałe żądania słusznego zadośćuczynienia.Pełny tekst orzeczenia
Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 30293/05)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
4 Δεκεμβρίου 2008
Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.
Στην υπόθεση Χρυσούλα Αγγελοπούλου κατά Ελλάδας,
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα αποτελούμενο από τους:
Nina Vajić, πρόεδρο,
Χρήστο Ροζάκη,
Khanlar Hajiyev,
Dean Spielmann,
Sverre Erik Jebens,
Giorgio Malinverni,
Γεώργιο Νικολάου, δικαστές,
και τον Søren Nielsen, γραμματέα τμήματος.
Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 13 Νοεμβρίου 2008,
Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 30293/05) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας από μια Ελληνίδα υπήκοο, την κυρία Χρυσούλα Αγγελοπούλου («η προσφεύγουσα»), η οποία προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2 Αυγούστου 2005 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).
2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από τον κύριο Β. Χιρδάρη, δικηγόρο του συλλόγου της Αθήνας. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από την απεσταλμένη του αντιπροσώπου της, κυρία Ο. Πατσοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3. Στις 12 Νοεμβρίου 2007, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Όπως επιτρέπει το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφάσισε επιπλέον να αποφανθεί συγχρόνως επί του παραδεκτού και επί της ουσίας.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
4. Στις 29 Απριλίου 1999, ο Κ.Π. και η σύζυγός του Χ.Π. υπέβαλαν μήνυση σε βάρος της προσφεύγουσας για συκοφαντική δυσφήμιση.
5. Στις 6 Ιουλίου 1999, η προσφεύγουσα κλήθηκε για ανάκριση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
6. Στις 28 Ιουλίου 1999, η προσφεύγουσα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών το απολογητικό υπόμνημά της.
7. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1999, η ανάκριση της υπόθεσης περατώθηκε και στις 25 Απριλίου 2000, συντάχθηκε το κατηγορητήριο σε βάρος της προσφεύγουσας. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα παραπέμφθηκε σε δίκη. Η συζήτηση ορίστηκε αρχικά για τις 23 Νοεμβρίου 2001.
8. Μετά από τέσσερις αυτεπάγγελτες αναβολές, η συζήτηση έλαβε χώρα στις 3 Φεβρουαρίου 2005, ημερομηνία κατά την οποία το Πλημμελειοδικείο Αθηνών αθώωσε την προσφεύγουσα (απόφαση αριθ. 8069/2005).
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
9. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας παραγνώρισε την αρχή της «λογικής προθεσμίας» όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
Α. Επί του παραδεκτού
10. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Σημειώνει επιπλέον ότι αυτή δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
1. Περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη
11. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαδικασία άρχισε στις 25 Απριλίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία συντάχθηκε το σε βάρος της προσφεύγουσας κατηγορητήριο.
12. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 28 Ιουλίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το απολογητικό υπόμνημά της. Υποστηρίζει ότι από την ημερομηνία αυτή θεωρείτο «κατηγορουμένη».
13. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η έννοια της «κατηγορίας» επί ποινικών υποθέσεων έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Μπορεί να ορισθεί «ως η επίσημη κοινοποίηση, εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, της κατηγορίας διαπράξεως ποινικού αδικήματος», έννοια η οποία αντιστοιχεί επίσης σε εκείνη των «σημαντικών επιπτώσεων επί της κατάστασης» του υπόπτου (Eckle κατά Γερμανίας, 15 Ιουλίου 1982, § 73, série A no 51). Ωστόσο, σε υποθέσεις ποινικής φύσεως, η «λογική προθεσμία» του άρθρου 6 § 1 αρχίζει από τη στιγμή που ένα πρόσωπο βρίσκεται «κατηγορούμενο». Είναι δυνατόν να πρόκειται για ημερομηνία προηγούμενη της ημερομηνίας κατά την οποία το αρμόδιο δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης, ειδικότερα δε εκείνη της σύλληψης, της απαγγελίας κατηγορίας και της έναρξης της προανάκρισης (Διαμαντίδης κατά Ελλάδας, αριθ. 60821/00, § 20, 23 Οκτωβρίου 2003).
14. Εν προκειμένω, στις 6 Ιουλίου 1999, η προσφεύγουσα κλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για ανάκριση. Δίχως αμφιβολία, η περίσταση αυτή είχε σημαντική επίπτωση στην κατάσταση της ενδιαφερομένης (βλέπε Πρώιος κατά Ελλάδας, αριθ. 35765/03, § 16, 24 Νοεμβρίου 2005).
15. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η 6η Ιουλίου 1999 αποτελεί το σημείο έναρξης της περιόδου που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αυτή περατώθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2005, με την απόφαση αριθ. 8069/2005 του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και επομένως διήρκεσε πέντε έτη και επτά μήνες περίπου για έναν βαθμό δικαιοδοσίας.
2. Εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας της διαδικασίας
16. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας δεν ήταν υπερβολική. Σημειώνει ειδικότερα ότι η ανάκριση διεξήχθη με ταχύτητα και προσθέτει ότι η προσφεύγουσα δεν προσπάθησε να επιταχύνει τη διαδικασία.
17. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Pélissier et Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-II).
18. Το Δικαστήριο έχει χειριστεί πολλές φορές υποθέσεις που εγείρουν ζητήματα παρόμοια με εκείνα της προκειμένης υπόθεσης και έχει διαπιστώσει την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης (βλέπε Κουρούπης κατά Ελλάδας, αριθ. 36432/05, §§ 12-14, 27 Μαρτίου 2008).
19. Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση δεν εξέθεσε κανένα γεγονός ή επιχείρημα που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα περίπτωση. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω η διάρκεια της επίδικης διαδικασίας ήταν υπερβολική και δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση της «λογικής προθεσμίας».
Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
20. Η προσφεύγουσα παραπονείται ομοίως για το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κανένα δικαστήριο στο οποίο να μπορεί να απευθυνθεί κανείς για να παραπονεθεί για την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Επικαλείται το άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (...) Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
21. Η Κυβέρνηση, θεωρώντας ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω υπέρβαση της λογικής προθεσμίας, αντικρούει τη θέση αυτή.
Α. Επί του παραδεκτού
22. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημειώνει επιπλέον ότι αυτή δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί παραδεκτή.
Β. Επί της ουσίας
23. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 13 εγγυάται μία πραγματική προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσφυγή κατά της παραβίασης της υποχρέωσης, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 6 § 1, να εκδικάζονται οι υποθέσεις μέσα σε λογική προθεσμία (βλέπε Kudla κατά Πολωνίας [GC], no. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI).
24. Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η ελληνική έννομη τάξη δεν προσφέρει στους ενδιαφερόμενους μία πραγματική προσφυγή με την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης που να τους επιτρέπει να προβάλουν τις αιτιάσεις τους κατά της διάρκειας μιας διαδικασίας (Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδας, no. 53401/99, §§ 29-30, 10 Απριλίου 2003). Το Δικαστήριο δεν διακρίνει εν προκειμένω κανένα λόγο για να παρακάμψει την νομολογία αυτή, πολύ περισσότερο αφού η Κυβέρνηση δεν βεβαιώνει ότι η ελληνική έννομη τάξη έχει αποκτήσει εν τω μεταξύ μία τέτοια προσφυγή.
25. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης λόγω της απουσίας στο εθνικό δίκαιο μιας προσφυγής που θα επέτρεπε στην προσφεύγουσα να επιτύχει την κύρωση του δικαιώματός της να δικαστεί η υπόθεσή της μέσα σε λογική προθεσμία, με την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
26. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,
«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»
Α. Ζημία
27. Η προσφεύγουσα αξιώνει 15.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστηρίζει ότι υπέστη.
28. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μία διαπίστωση της παραβίασης θα συνιστούσε αφ’εαυτής επαρκή δίκαιη ικανοποίηση. Εναλλακτικά, υποστηρίζει ότι το επιδικαστέο για την αιτία αυτή ποσό δεν μπορεί να υπερβεί τα ποσά που συνήθως επιδικάζει το Δικαστήριο σε παρόμοιες υποθέσεις.
29. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η επιμήκυνση της επίδικης διαδικασίας πέραν της «λογικής προθεσμίας» προκάλεσε στην προσφεύγουσα μία βέβαιη ηθική βλάβη, η οποία δικαιολογεί την επιδίκαση αποζημίωσης. Αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 41, της επιδικάζει 7.000 ευρώ για την αιτία αυτή, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος επί του ποσού αυτού.
Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη
30. Η προσφεύγουσα αξιώνει ομοίως, προσκομίζοντας απόδειξη, 1.500 ευρώ για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
31. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα της προσφεύγουσας ή, εναλλακτικά, να μη της επιδικάσει ποσό υψηλότερο από τα ποσά που συνήθως το Δικαστήριο επιδικάζει σε παρόμοιες υποθέσεις.
32. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στη βάση του άρθρου 41 προϋποθέτει την απόδειξη της πραγματικότητας, της αναγκαιότητάς τους και, επιπλέον, του εύλογου χαρακτήρα του ύψους τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], no. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI). Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και τα πιο πάνω αναφερόμενα κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει εύλογο να επιδικάσει ολόκληρο το αιτούμενο ποσό, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος επί του ποσού αυτού.
Γ. Τόκοι υπερημερίας
33. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,
1. Κηρύσσει τη προσφυγή παραδεκτή.
2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.
4. Αποφαίνεται ότι,
α) το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 7.000 (επτά χιλιάδες) ευρώ για ηθική βλάβη και 1.500 (χίλια πεντακόσια) ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, πλέον οποιουδήποτε ποσού μπορεί να οφείλεται ως φόρος από την προσφεύγουσα επί των ποσών αυτών,
β) από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξηθούν με τόκο υπολογιζόμενο με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
5. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 4 Δεκεμβρίου 2008 κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.
(υπογραφή) (υπογραφή)
Søren Nielsen Nina Vajić
Γραμματέας Πρόεδρος
© Rada Europy / Europejski Trybunał Praw Człowieka, źródło: HUDOC (hudoc.echr.coe.int), pozyskano 13.07.2026. · Źródło